Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Μακρύς ο δρόμος των δικαστικών διενέξεων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου & Πρώην μετόχων ΟΑΣΘ

Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην κρατικοποίηση του ΟΑΣΘ σήμανε, όπως ήταν αναμενόμενο, την έναρξη ενός μακρού κύκλου δικαστικών διενέξεων μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και των πρώην μετόχων, το τέλος του οποίου είναι αδύνατον να προσδιοριστεί. 

Πεδίο της δικαστικής διαμάχης υπήρξε το Συμβούλιο της Επικρατείας του οποίου οι μέχρι στιγμής εκδοθείσες αποφάσεις ευνοούν το ελληνικό δημόσιο, παρότι το ανώτατο δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία των κρινόμενων υποθέσεων.

Ο δικαστικός κύκλος άνοιξε ήδη από τον περασμένο Αύγουστο όταν το ΣτΕ, δια του προέδρου τού Β’ Τμήματος Διακοπών Ι. Γράβαρη, έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση την οποία είχαν καταθέσει ο πρώην πρόεδρος του ΟΑΣΘ Χρήστος Στεφανίδης μαζί και με άλλους δύο μετόχους, ζητώντας να ανασταλεί η κρατικοποίηση του ΟΑΣΘ. 

Ειδικότερα, το ΣτΕ είχε εκδώσει προσωρινή διαταγή για το προσωρινό πάγωμα της διαδικασίας εκκαθάρισης του ΟΑΣΘ έως ότου εκδικαστούν οι κύριες προσφυγές τις οποίες είχαν καταθέσει οι μέτοχοι στο Εφετείο Αθηνών και στο ΣτΕ. 

Παράλληλα, όμως, δεν ανέκοπτε τη διαδικασία κρατικοποίησης καθώς έκρινε ότι ορθώς οι νέοι μέτοχοι (υπουργοί Οικονομικών και Μεταφορών) προχώρησαν στο διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου.

Η καθοριστική απόφαση 
Η πλέον καθοριστική, έως τώρα, απόφαση του ΣτΕ εκδόθηκε τον περασμένο Απρίλιο και αφορούσε τις αιτήσεις ακυρώσεως τις οποίες είχαν καταθέσει 399 πρώην μέτοχοι του ΟΑΣΘ, ζητώντας να κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος 4482/2017 με τον οποίο ο Οργανισμός περιήλθε στο δημόσιο. 

Σύμφωνα με την απόφαση το ανώτατο δικαστήριο δεν μπήκε στην ουσία των λόγων ακυρότητας τους οποίους προέβαλαν οι πρώην μέτοχοι, καθώς τους απέρριψε, από το αρχικό στάδιο, ως μη παραδεκτούς.

Στις αιτήσεις ακυρότητας τις οποίες υπέβαλλαν στο ΣτΕ οι πρώην μέτοχοι εστίαζαν κυρίως σε δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε κάποια άρθρα τα οποία αποτελούσαν τους βασικούς πυλώνες του νόμου 4482/2017 με τον οποίο κρατικοποιήθηκε ο ΟΑΣΘ. 

Το δεύτερο αφορούσε την κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και Υποδομών και Μεταφορών Χρήστου Σπίρτζη με την οποία διορίστηκε το νέο διοικητικό συμβούλιο και ο ορκωτός ελεγκτής του κρατικού πλέον ΟΑΣΘ.

Επί αυτών η κρίση του ΣτΕ υπήρξε σαφής: απέρριψε όλους τους υποβληθέντες λόγους κρίνοντάς τους ως απαράδεκτους, με το σκεπτικό ότι το ΣτΕ δεν είναι αρμόδιο να τους κρίνει και παραπέμπει για τα περαιτέρω τους πρώην μετόχους στα πολιτικά δικαστήρια και συγκεκριμένα στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.

Παρότι η απόφαση του ΣτΕ δεν διατυπώνει καμία ουσιαστική κρίση περί της συνταγματικότητας ή μη του νόμου 4482/2017 και συνεπώς, τυπικά τουλάχιστον, δεν παράγει έννομες συνέπειες, εντούτοις λειτουργεί υπέρ του εγχειρήματος κρατικοποίησης του ΟΑΣΘ. 

Κι αυτό γιατί παρέχει την άνεση στη νέα διοίκηση αλλά και στον υπουργό Μεταφορών, να προχωρήσουν απρόσκοπτα στο σχεδιασμό τους ο οποίος συνάγεται κυρίως στο εξής: στην εκκαθάριση του Οργανισμού, στην αποτίμηση της περιουσίας του και στον εν συνεχεία μετασχηματισμό του σε μια αμιγώς κρατική εταιρεία με την επωνυμία «Αστικές Συγκοινωνίες Θεσσαλονίκης Α.Ε.».

Η αποτίμηση της περιουσίας του ΟΑΣΘ 
Τον Φεβρουάριο του 2018 352 πρώην μέτοχοι του ΟΑΣΘ κατέθεσαν νέα αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ η οποία αφορούσε την απόφαση του γενικού γραμματέα του υπουργείου Μεταφορών Θανάση Βούρδα με την οποία δημοσιοποιήθηκε η διακήρυξη του διαγωνισμού για την επιλογή ελεγκτικής εταιρείας που θα αναλάβει το έργο της αποτίμησης της αξίας του ΟΑΣΘ. 

Στην αίτηση ακύρωσης οι πρώην μέτοχοι του ΟΑΣΘ επικαλούνταν ως λόγο το γεγονός ότι κύριος του έργου, δηλαδή της πρόσληψης του ειδικού εκκαθαριστή δεν ήταν ο ΟΑΣΘ αλλά το υπουργείο Μεταφορών. Συγκεκριμένα υποστήριζαν ότι, σύμφωνα με τον νόμο με τον οποίο κρατικοποιήθηκε ο ΟΑΣΘ, το υπουργείο δεν είχε αυτή την αρμοδιότητα, παρά μόνον η διοίκηση του Οργανισμού.

Με απόφαση την οποία εξέδωσε τον Μάιο το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση των πρώην μετόχων, χωρίς και πάλι να μπει στην ουσία της υπόθεσης, καθώς έκρινε ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωσή της. 

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι από την επίμαχη απόφαση που οι 353 ζητούσαν να ακυρωθεί, δεν προκαλείται βλάβη στα οικονομικά συμφέροντά τους, καθώς η εν λόγω απόφαση δεν αφορούσε το θέμα της απόδοσης χρημάτων προς τους 353 από τη μη αποσβεσθείσα αξία του ΟΑΣΘ μετά την αποτίμηση των περιουσιακών του στοιχείων.

Η ενδεχόμενη αποζημίωση των πρώην μετόχων συνδέεται με το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης του ΟΑΣΘ, έργο το οποίο θα αναλάβει ειδικός εκκαθαριστής, έπειτα από διαγωνισμό τον οποίο προκηρύσσει το δ.σ. του Οργανισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 του νόμου 4482/2017.

Ωστόσο, παρότι το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού για την πρόσληψη ειδικού εκκαθαριστή έπρεπε να γίνει ήδη από την πρώτη συνεδρίαση του δ.σ. του ΟΑΣΘ (και σε κάθε περίπτωση μετά την οριστική κρίση του ΣτΕ), εντούτοις, ακόμη και σήμερα, αυτό δεν έχει γίνει. 

Αντ’ αυτού, το υπουργείο Μεταφορών προσέλαβε άλλη εταιρεία η οποία θα κάνει απογραφή των περιουσιακών στοιχείων του Οργανισμού, έργο το οποίο θα κάνει υποτίθεται και ο ειδικός εκκαθαριστής, όπως τουλάχιστον προβλέπεται στον νόμο.

Μετά την απόρριψη των αιτήσεων ακυρώσεως από το ΣτΕ οι πρώην μέτοχοι έχουν προσφύγει για τους ίδιους λόγους στο τριμελές εφετείο Αθηνών το οποίο πρόκειται να ορίσει τακτική δικάσιμο. 

Υπενθυμίζεται ότι βάσει του νόμου 4482/2017 η εκκαθάριση του ΟΑΣΘ θα πρέπει να ολοκληρωθεί το αργότερο έως τον Δεκέμβριο του 2019.

ΠΗΓΗ


0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

TWITTER