Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ρόδος: Ομαδικό ξυλοδαρμό καταγγέλλει οδηγός τουριστικού λεωφορείου

Οδηγός τουριστικού λεωφορείου στη Ρόδο καταγγέλλει ότι τον έδειραν εφτά με οκτώ άτομα, μεταξύ των οποίων και συνδικαλιστής του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Ταξί Ρόδου, παρουσία πελατών του που εκείνη τη στιγμή επιβιβάζονταν στο λεωφορείο.

Ο οδηγός έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη και έχει καταθέσει ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου έγκληση κατά μέλους του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Ταξί Ρόδου και κατά παντός άλλου φυσικού και ηθικού αυτουργού, μεταξύ άλλων, για απρόκλητη και επικίνδυνη σωματική βλάβη.

Σύμφωνα με την έγκληση, το περιστατικό έγινε την περασμένη Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου, γύρω στις 19.20 έξω από παραθαλάσσιο ξενοδοχείο στο Φαληράκι. 

Ο οδηγός που εργάζεται για λογαριασμό πρακτορείου γενικού τουρισμού, αφίχθη με το τουριστικό λεωφορείο, χωρητικότητας 14 ατόμων, ιδιοκτησίας της εργοδότριάς του, στο ξενοδοχείο, με σκοπό να παραλάβει 8 Ιταλούς τουρίστες, προκειμένου να τους μεταφέρει στο αεροδρόμιο για την επικείμενη αναχώρησή τους.

Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι για τη μεταφορά αυτή είχε λάβει από την εργοδότριά του σχετικό voucher, στο οποίο αναφέρονταν τα ακριβή στοιχεία της κράτησης, που είχαν κάνει οι πελάτες ήδη από τις 24 Αυγούστου 2017.

Κατά τη διάρκεια της επιβίβασης των πελατών και ενώ βρισκόταν στη διαδικασία φόρτωσης των αποσκευών τους στο λεωφορείο, τον πλησίασαν δύο άνδρες, ο ένας ηλικίας περίπου 55 ετών, μετρίου αναστήματος, με γκρίζα μαλλιά κι ο δεύτερος ηλικίας περίπου 45 ετών, ψηλός, με μαύρα μαλλιά.

Ο πρώτος από αυτούς, ο μεγαλύτερος σε ηλικία, αφού του συστήθηκε αρχικά ως «ο πρόεδρος των ΤΑΞΙ», του ζήτησε, όπως υποστηρίζει, να του επιδείξει το «voucher» της συγκεκριμένης μεταφοράς.

Ο οδηγός του απάντησε, όπως περιγράφει, ότι για να του δείξει οτιδήποτε θα πρέπει πρώτα να του αποδείξει την ιδιότητά του, ωστόσο όχι μόνο αρνήθηκε να του δείξει κάποια ταυτότητα αλλά αντί δεύτερης κουβέντας άρχισε να κατεβάζει από το λεωφορείο όσες βαλίτσες πελατών είχε ήδη φορτώσει σ’ αυτό.

Τότε ο οδηγός αντέδρασε και, όπως υποστηρίζει, επειδή μπήκε μπροστά του για να τον σταματήσει, του επιτέθηκαν τόσο αυτός όσο και ο συνοδός του. Αρχικά τον απείλησαν ότι θα τον «διαλύσουν» και ότι θα τον «σκοτώσουν» και στη συνέχεια άρχισαν να τον σπρώχνουν βίαια και να τον χτυπούν. Μάλιστα, όπως διατείνεται, μέσα σε ελάχιστο χρόνο κατέφθασαν στο σημείο άλλα περίπου πέντε με έξι άτομα, την ύπαρξη των οποίων δεν είχε μέχρι τότε αντιληφθεί.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τότε όλοι μαζί φέρονται να τον έριξαν στο έδαφος και ξεκίνησαν να τον χτυπούν με τα χέρια και να τον κλωτσούν με τα πόδια, προκαλώντας του εκδορές και κακώσεις σε πλείστα σημεία του σώματός του. Επισημαίνει ότι αν δεν είχε προστατέψει όσα ζωτικά σημεία του σώματός του μπορούσε με τα χέρια του θα του είχαν μετά βεβαιότητας προκαλέσει σοβαρότατη βλάβη της υγείας του.

Ο οδηγός, μόλις συνήλθε από το αρχικό σοκ, άρχισε να φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορούσε για βοήθεια και να ζητάει την αστυνομία. Με το επανειλημμένο άκουσμα της λέξης «αστυνομία» οι δράστες άρχισαν να απομακρύνονται με τα πόδια, εγκαταλείποντάς τον αβοήθητο στο σημείο του συμβάντος.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, όπου κατά την εξέταση του από τους γιατρούς διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Άλγος δεξιού ημιθωρακίου, εκδορές αριστερού και δεξιού γόνατος, δεξιάς ωμοπλάτης, αριστερού και δεξιού βραχίονα και δεξιού ζυγωματικού, κάκωση αριστερής και δεξιάς ωμοπλάτης, εκχύμωση δεξιού οφθαλμού, υπόσφαγμα δεξιού οφθαλμού και αιμορραγία στα ούλα συνεπεία ξυλοδαρμού.

Ο οδηγός τονίζει ότι το συμβάν έλαβε χώρα ενώπιον των πελατών του πρακτορείου, μεταξύ των οποίων και τρία παιδιά, που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στη διαδικασία της επιβίβασης στο λεωφορείο.