Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Μια εκτροχιασμένη χώρα

Όποιος χρησιμοποιεί τη γραμμή του ηλεκτρικού Κηφισιά - Πειραιάς, έστω και σπάνια, δεν μπορεί να μην το έχει προσέξει: η επαιτεία είναι τόσο έντονη, ώστε αποτελεί σχεδόν έκπληξη αν διανύσει κανείς μια απόσταση τριών - τεσσάρων σταθμών, χωρίς να εμφανιστεί κάποιος ή κάποια και να ζητήσει τη βοήθεια των επιβατών. 

Κάνοντας αυτή τη διαδρομή, τον τελευταίο χρόνο, τακτικά, μια φορά την εβδομάδα, έχω παρατηρήσει ότι η ώρα που αυξάνεται αισθητά ο αριθμός των επαιτών είναι νωρίς το απόγευμα.

Χθες, το φαινόμενο κορυφώθηκε, ξεφεύγοντας από κάθε στατιστικό δείγμα. Από την αφετηρία, την Κηφισιά, μέχρι τα Άνω Πατήσια μεσολαβούν οκτώ στάσεις. Ο συντονισμός ήταν εντυπωσιακός· μόλις έβγαινε ο ένας από το βαγόνι, έμπαινε αμέσως ο επόμενος. 

Γεμάτο το τρένο από κόσμο, μόνο σε μια περίπτωση ορατής αναπηρίας, δυο - τρεις κυρίες έδωσαν κάποιο νόμισμα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι επιβάτες έμειναν σταθερά και στωικά αδιάφοροι.

Η ιστορία δε που διηγούνται, άντρες και γυναίκες, με μικρές παραλλαγές, είναι περίπου ίδια. Ασθένεια, μικρά παιδιά που δεν έχουν να φάνε, κάποιο χτύπημα της μοίρας απρόβλεπτο και καθοριστικό. Συνήθως ζητούν συγγνώμη για την ενόχληση πολλές φορές, εκλιπαρούν αγάπη και υποστήριξη, σε κοιτούν στα μάτια επίμονα και επιτιμητικά για την αδιαφορία.

Σε κάποιο σημείο της ίδιας διαδρομής επιβιβάστηκε και ένας νεαρός διαλυμένος. Δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Έπεφτε και σηκωνόταν, με μάτια σχεδόν κλειστά. 

Ο κόσμος, ασφυκτικά γεμάτο το βαγόνι, παρακολουθούσε με δυσφορία και εθισμό - τόσο στη δυσφορία όσο και στην κατάρρευση του ανθρώπου. Ο νεαρός μπόρεσε να δρασκελίσει την πόρτα του συρμού στον σταθμό Μοναστηράκι. Ως εκείνη τη στιγμή η κατάστασή του ήταν μια άσκηση επώδυνη ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Μετά, ποιος ξέρει.

Μέσα σε μια διαδρομή περίπου μισής ώρας ζήσαμε το κρεσέντο μιας πρωτεύουσας σε προχωρημένη εγκατάλειψη, με μια δόση πυκνή, συμβολική και ρεαλιστική την ίδια στιγμή. Έχουν γραφτεί πολλά για την επαιτεία. Υπολογίζονται σε περίπου 10.000 οι άνθρωποι που κερδίζουν τα απολύτως απαραίτητα ως επαίτες. 

Ανάμεσά τους και ένας μεγάλος αριθμός μεταναστών που είναι θύματα κυκλωμάτων. Είναι γνωστά τα περί συμμοριών, τα περί «ενοικίων» σε διάφορα περιζήτητα πόστα, κ.ο.κ. Μεγάλο πρόβλημα, με επαίτες «εισαγωγής» από τις γύρω χώρες, αντιμετωπίζει και η Θεσσαλονίκη.

Η επαιτεία εκτινάχθηκε στην κρίση και με την όξυνση του μεταναστευτικού. Όμως, η χθεσινή εμπειρία αφορούσε μια σύνθεση αμιγώς ελληνική. Κανένας από τους επιβαίνοντες δεν είχε, στην προφορά τουλάχιστον, ξένη εθνικότητα.

Πώς αισθάνεται ο κόσμος που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρικό; Από αδιάφορα έως πνιγηρά, θα έλεγα.

Η εικόνα χθες είχε δυο όψεις: από τη μια, ο κόσμος. Όχι πια αμήχανος. Απλώς πολύ καταβεβλημένος, αδιάφορος, σχεδόν παγωμένος. Όχι θυμωμένος, αποκαμωμένος. Από την άλλη, οι επαίτες. Και στη μέση, η πόλη. Όλο και πιο μόνη.

Εν προκειμένω, δεν ευθύνεται ο Δήμος Αθηναίων. Τι κάνει γι’ αυτήν την κατάσταση η διοίκηση των ΗΣΑΠ; Και, βέβαια, πόσο μπορεί να παρέμβει δραστικά όταν οι ελεγκτές στοχοποιούνται και κινδυνεύουν από «αγνώστους» και κουκουλοφόρους; 

Όταν το ίδιο το κράτος αποφασίζει να μετακινήσει τις στάσεις των τρόλλεϋ για να μην τα καίνε «άγνωστοι» με βόμβες μολότοφ, πώς ελπίζει κανείς ότι θα αυξηθούν οι έλεγχοι στους ΗΣΑΠ για την επαιτεία; 

Από τη μια, ένα περιθώριο που οργανώνεται, όλο και πιο αποτελεσματικά, με τον τρόπο του. Από την άλλη, ένα κράτος αδιάφορο και ανήμπορο. Και στη μέση, η πόλη. 

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr